menu
Πώς επηρεάζει η ψυχοσωματική κατάσταση μίας εγκύου την ψυχολογία του εμβρύου;

Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης συντελούνται αλλαγές οι οποίες επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά το έμβρυο και την μετέπειτα πορεία του.

Πρόσφατη έρευνα στο αναδυόμενο πεδίο της προγεννητικής και περιγεννητικής ψυχολογίας συστήνει ότι ο δεσμός γονέα –παιδιού μπορεί και θα έπρεπε να ξεκινήσει από την στιγμή της σύλληψης, καθώς φυσιολογικές, συναισθηματικές και περιβαλλοντολογικές επιρροές κατά την περίοδο της ανάπτυξης του εμβρύου διαμορφώνουν την βάση πάνω στην οποία τα παιδιά θα αναπτυχθούν. 

Για παράδειγμα, γυναίκες που αναφέρουν ότι η εγκυμοσύνη τους ήταν ανεπιθύμητη εκδηλώνουν συμπεριφορές που επηρεάζουν αρνητικά την υγεία του εμβρύου, όπως η καθυστερημένη λήψη προγεννητικής φροντίδας.  Ακόμη, οι αρνητικές προθέσεις για την εγκυμοσύνη ή και το άγχος για την ίδια την εγκυμοσύνη έχουν συσχετισθεί με την γέννηση παιδιών χαμηλού βάρους ή με την προωρότητα. 

Το πρώτο βήμα για την προσαρμογή στο ρόλο της μητέρας, είναι η αποδοχή της εγκυμοσύνης και η ενσωμάτωσή της στον τρόπο ζωής της γυναίκας. Κατά την πρώτη φάση η γυναίκα αποδέχεται το βιολογικό γεγονός της κύησης. Στη δεύτερη φάση η γυναίκα αποδέχεται το αναπτυσσόμενο έμβρυο ως ξεχωριστό από αυτήν άτομο που θα το αναθρέψει. Κατά την τρίτη φάση, η γυναίκα προετοιμάζεται ρεαλιστικά για τη γέννηση και τη μητρότητα. Η γυναίκα πρέπει να αναπτυχθεί σε πολλούς τομείς για να γίνει μητέρα. Το αναμενόμενο παιδί αντιπροσωπεύει τη σύνθεση τριών μοναδικών στοιχείων: τη σχέση της μητέρας με τον σύντροφό της, τη σχέση της μητέρας με το παιδί ως αντιπροσώπου του εαυτού της και τη σχέση με το μοναδικό άτομο, το αγέννητο παιδί.

Καθώς το σώμα της εγκύου προσαρμόζεται στις φυσιολογικές απαιτήσεις του εμβρύου, πρέπει να προσαρμοστεί και στην ιδέα του να γίνει μητέρα και στην ενσωμάτωση ενός άλλου ανθρώπου στην οικογενειακή και κοινωνική της σφαίρα.

Οι ερευνητές εισηγούνται ότι με την πρόοδο της εγκυμοσύνης, η έγκυος ταυτίζεται με τη «μητέρα», την πρωτόγονη ανάμνηση του όντος που ανάθρεψε και αυτήν. Επίσης προοδευτικά η έγκυος τείνει να αξιολογεί το σύντροφο σχετικά με την καταλληλότητά του ως «πατέρα» και κρίνει την πρόσφατή του συμπεριφορά ίσως σύμφωνα με το τι θεωρεί η ίδια ιδανικό πατέρα.

Η συμπεριφορά μιας εγκύου επηρεάζει το έμβρυο με τρόπο που καθορίζει το πώς βλέπει τον εαυτό του και το περιβάλλον μέσα στη μήτρα. Τα θετικά συναισθήματα που λαμβάνει το έμβρυο θα το στηρίξουν σε όλη την υπόλοιπη πορεία του και θα ενδυναμώσουν την προσωπικότητα του. Σύμφωνα με έρευνα του Vedona (2006), η λεκτική επικοινωνία που αναπτύσσει η μητέρα με το έμβρυο είναι παράγοντας που σχετίζεται με την γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού. 

Συνεπώς, γίνεται κατανοητό η εμβρυϊκή ζωή είναι το ίδιο σημαντική όπως και οι εννιά μήνες μετά τη γέννα. Προβλήματα που μπορεί να υπάρχουν σε αυτόν τον μοναδικό δεσμό μπορεί να προκαλέσουν επιθετικότητα σε παιδιά σχολικής ηλικίας,ασθένειες στην ενήλικο ζωή,τάση για εγκληματικότητα και αυτοκτονία. Πολλές μελέτες πραγματεύονται την συσχέτιση του μητρικού στρες και της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς στο παιδί. Συγκεριμένα, Έρευνα του Huizink (2000),  έδειξε ότι το άγχος της εγκύου κατά την διάρκεια του πρώτου μισού της εγκυμοσύνης είναι προγνωστικός παράγοντας προβληματικής συμπεριφοράς και κακής ανάπτυξης του παιδιού. 

Η ψυχοσωματική ισορροπία της εγκύου είναι μείζονος σημασίας για το έμβρυο διότι κάθε δυσλειτουργία στην προγεννητική και περιγεννητική περίοδο μπορεί να το επηρεάσει δυσμενώς. Αντιθέτως, η ομαλή επικοινωνία της μητέρας και του εμβρύου είναι καθοριστική για την αρμονική ανάπτυξή του.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Ηλιάδου, Μαρία Χ., and Ελένη Μαρόκα. "Η επιρροή της ψυχοσωματικής κατάστασης της εγκύου στην ψυχολογία του εμβρύου." (2015).

Huizink AC. Prenatal stress and its effects on infant development. Academic Thesis, University Utrecht, The Netherlands 2000. p.1-217.

Vedona A, Tomasoni V, Imbasciati A. Mother-Fetus Communicative Relationship: A Longitudinal Study on 58 Primiparae and their children during the First Eighteen Months. Journal of Prenatal and Perinatal Psychology and Health 2006;20 (3):249-262.